επεσβόλος

ἐπεσβόλος, -ον (Α)
1. φλύαρος, αθυρόστομος («ὅς τὸν λωβητῆρα ἐπεσβόλον ἔσχ' ἀγοράων», Ομ. Ιλ.)
2. υβριστικός («νεῑκος ἐπεσβόλον»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < έπεσ- (θ. τού τ. έπος) + -βόλος (< βάλλω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπεσβόλος — throwing words about masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεσβόλον — ἐπεσβόλος throwing words about masc/fem acc sg ἐπεσβόλος throwing words about neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεσβολώτατος — ἐπεσβόλος throwing words about masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεσβόλε — ἐπεσβόλος throwing words about masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεσβόλοι — ἐπεσβόλος throwing words about masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεσβόλοις — ἐπεσβόλος throwing words about masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεσβόλου — ἐπεσβόλος throwing words about masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεσβόλους — ἐπεσβόλος throwing words about masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επεσβολία — ἐπεσβολία, η (Α) [επεσβόλος] λοιδορία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.